ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΑΧΑΙΩΝ

Ντόρα Κατσωνοπούλου

Αρχαιολόγος (PhD, Cornell University)

Διευθύντρια, The Helike Project, www.helikeproject.gr

 

Είναι ουσιώδες για την ταυτότητα ενός έθνους, μιας χώρας ή περιοχής να έχει γνώση της προέλευσης και του ιστορικού της παρελθόντος. Είναι επίσης καθοδηγητικό για το παρόν αλλά και το μέλλον. Στην προκειμένη περίπτωση, το ενδιαφέρον μας ασφαλώς εστιάζεται στους Αχαιούς και τον κόσμο τους, στην ιστορία δηλαδή και τον πολιτισμό που δημιούργησαν αφήνοντας σε εμάς τους επιγενέστερους σημαντική και πλούσια πολιτιστική κληρονομιά.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, της ιστορικής διαδρομής στον κόσμο των Αχαιών από την απώτατη αρχαιότητα, θα ξεκινήσω από την προέλευση του ίδιου του ονόματος που φέρει ο σημερινός Νομός για περισσότερο από 3 χιλιετίες. Το όνομα Αχαΐα χρονολογείται από τον 12ο αι. π.Χ. και οφείλεται στην εγκατάσταση εδώ των εκδιωχθέντων Αχαιών από τα κέντρα τους στην ανατολική και νότια Πελοπόννησο. Πριν από τους Αχαιούς η χώρα ονομαζόταν Αιγιαλός ή Αιγιάλεια, όνομα που διατηρεί μέχρι σήμερα η περιοχή της Αιγιάλειας, αποτελώντας τεκμήριο αδιάλειπτης ιστορικής συνέχειας αφού όπως μαρτυρούν οι αρχαίες πηγές το αρχαιότατο όνομα της χώρας Αιγιάλεια διατηρούνταν παράλληλα με την νεότερη ονομασία Αχαΐα του τέλους της μυκηναϊκής περιόδου, μέχρι τουλάχιστον την ύστερη αρχαιότητα.

Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Στην Αιγιάλεια αναπτύχθηκε ο πυρήνας των αρχαιότερων πόλεων του προϊστορικού Αιγιαλού (μετέπειτα  ιστορικής Αχαΐας) τον οποίο αποτελούσαν, σύμφωνα με τα Ομηρικά έπη οι πόλεις Πελλήνη, Γονόεσσα, Υπερησίη (μεταγενέστερη Αιγείρα), Ελίκη και Αίγιον.  Οι πόλεις αυτές ανήκαν στο βασίλειο των Μυκηνών που έφθανε από τις Μυκήνες ανατολικά μέχρι την Ελίκη και το Αίγιον δυτικά, και συμμετείχαν με αριθμό πλοίων στην εκστρατεία κατά της Τροίας, όπως μας πληροφορεί ο Ομηρικός Κατάλογος των Πλοίων (Ιλ. 2.573-576). Καμία άλλη πόλη δυτικότερα του Αιγίου δεν είναι γνωστή στην Ομηρική γεωγραφία. Οι γνωστές αργότερα ως πόλεις της δυτικής ιστορικής Αχαΐας Ώλενος, Φαρές και Δύμη ανήκουν την μυκηναϊκή εποχή στην γειτονική Ήλιδα.

Από τις πόλεις του μυκηναϊκού Αιγιαλού, αρχαιότερη υπήρξε η Ελίκη που ιδρύθηκε τον 14ο αι. π.Χ. (περ. 1370) από τον Ίωνα, γενάρχη των Ιώνων, όταν αυτός ήρθε στην περιοχή με τον αδελφό του Αχαιό και τον πατέρα του Ξούθο μετά την εκδίωξη του τελευταίου από την Αθήνα επειδή επέλεξε τον Κέκροπα ως διάδοχο του βασιληά Ερεχθέα ανάμεσα στα υπόλοιπα παιδιά του. Η πρόταση του ντόπιου βασιληά των Αιγιαλέων Σελινούντα να νυμφευθεί ο Ίων την μοναδική κόρη του, Ελίκη, και να τον διαδεχθεί στην βασιλεία, οδήγησε στην ειρηνική εγκατάσταση των Ιώνων στην περιοχή. Η πόλη που πήρε το όνομά της από την σύζυγο του Ίωνα Ελίκη αναδείχθηκε σε πρωτεύουσα όλης της χώρας, της οποίας πλέον οι κάτοικοι ονομάστηκαν Ίωνες Αιγιαλείς. Η άφιξη του Ίωνα στην Αιγιάλεια, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του και ο πατέρας του Ξούθος, θα πρέπει να συσχετιστεί με παλαιότερη εγκατάσταση Ιώνων στην περιοχή περί τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Στην ίδια περιοχή, τουλάχιστον την εποχή του Ίωνα φαίνεται πως ζούσαν και ομάδες Αχαιών, στοιχείο που υποστηρίζεται και από αρχαιολογικά ευρήματα του μυκηναϊκού Αιγίου και αντανακλάται στην παράδοση των στενών σχέσεων της πόλης με τον οίκο των Ατρειδών και την αναφερόμενη συνάθροιση στο Αίγιον των ελλήνων αρχηγών υπό τον Αγαμέμνονα προκειμένου να προετοιμάσουν την Τρωϊκή εκστρατεία.

Λόγω των παλαιών αυτών δεσμών, στον Αιγιαλό των Ιώνων κατέφυγαν οι Αχαιοί της Αργολίδας και της Σπάρτης τον 12ο αι. π.Χ., μετά την πτώση των μυκηναϊκών κέντρων και την εκδίωξή τους από τους Δωριείς. Έφθασαν εδώ υπό την ηγεσία ενός ένδοξου προσώπου, του Τισαμενού, γιου του Ορέστη και εγγονού του Αγαμέμνονα, και ζήτησαν να εγκατασταθούν και να συγκατοικήσουν με τους Ίωνες κατοίκους της περιοχής. Η άρνηση των τελευταίων οδήγησε σε σύγκρουση και πολιορκία στην Ελίκη, όπου ηττήθηκαν οι Ίωνες αλλά οι Αχαιοί έχασαν τον ηγέτη τους Τισαμενό. Οι ηττημένοι κατόπιν συμφωνίας αναχώρησαν από την περιοχή και οι Αχαιοί έγιναν οι νέοι κυρίαρχοι της χώρας που μετονομάστηκε τότε σε Αχαΐα, διατηρώντας την Ελίκη ως πρωτεύουσά της. Στο δυτικό τμήμα της νέας Αχαΐας και στην περιοχή της Πάτρας, οι Αχαιοί με την άφιξή τους βρήκαν τρεις παλαιότερες αγροτικές κοινότητες: την Αρόη, την Άνθεια και την Μεσάτιδα, νεότερη των άλλων δύο. Στην Αρόη που αποτέλεσε και τον πυρήνα της Πάτρας των ιστορικών χρόνων, έφθασε ο αχαιός Πατρεύς από την Σπάρτη που έγινε ο οικιστής και επώνυμος της πόλης, συνενώνοντας πολιτικά 7 αγροτικούς συνοικισμούς της περιοχής. Τα μυκηναϊκά ευρήματα από την περιοχή της Πάτρας που εμπίπτουν χρονολογικά κυρίως στην τρίτη και τελευταία φάση της μυκηναϊκής εποχής, συμφωνούν με την αναφερόμενη από τις πηγές εγκατάσταση των Αχαιών εδώ μετά την νίκη τους επί των Ιώνων του Αιγιαλού.

Η μετάβαση στην νέα εποχή των Αχαιών κυριάρχων, μετά την λήξη της βασιλείας τον 8ο αι., βρίσκει ακμάζουσες κυρίως τις πόλεις της ανατολικής Αχαΐας που πρωτοστατούν στον μεγάλο αποικισμό στην Δύση. Πρώτη η Ελίκη ιδρύει περί το 730 π.Χ. στην νότια Ιταλία την διασημότερη αχαϊκή αποικία, την Σύβαρι. Ακολουθεί η ίδρυση του Κρότωνα στα νότια της Συβάρεως από την πόλη των Ρυπών και στον επόμενο αιώνα με πρωτοβουλία του Κρότωνα ιδρύεται ακόμη νοτιότερα η Αυλωνία ή Καυλωνία με την συμμετοχή του Αιγίου. Αυτή η εποχή φαίνεται πως είναι και κομβικό σημείο όσον αφορά την αυτονομία των αχαϊκών πόλεων από την παλαιότερη αριστοκρατία και την σταδιακή μετεξέλιξή τους στην ενιαία  ιστορική Αχαΐα των 12 πόλεων/μερών τον 6ο αιώνα π.Χ., διατηρώντας δηλαδή την διαίρεση της χώρας όπως ήταν και πριν επί της κυριαρχίας των Ιώνων.

Την αρχαιότερη καταγραφή των 12 αυτών αχαϊκών πόλεων συναντούμε στην ιστορία του Ηροδότου (5ος αι. π.Χ.), που τις απαριθμεί με κατεύθυνση πορείας από τα Α προς τα Δ. Πρώτη η Πελλήνη (περιοχή σημ. Ξυλοκάστρου), μετά η Αίγειρα (σημ. Αιγείρα) και οι Αιγές (σημ. Ακράτα), η Βούρα (σημ. Τράπεζα-Κάστρο Διακοπτού), η Ελίκη (σημ. Ελίκη-Ριζόμυλος-Νικολαίικα), το Αίγιον (σημ. Αίγιον), Ρύπες (σημ. Καμάρες-Σαλμενίκο), Πάτραι (σημ. Πάτρα), Φαραί (Ν της Πάτρας μεταξύ Ισώματος και Μιτόπολης), Ώλενος (στην παραλιακή ζώνη μεταξύ Δύμης και Πάτρας στα Α του ποταμού Πείρου), Δύμη (σημ. Κ. Αχαγιά) και τελευταία η Τριταία (Ν των Φαρών εσωτερικά στα πρώτα υψώματα του Ερύμανθου). Από τον κατάλογο του Ηροδότου, είναι σαφές ότι η αρχαία Αχαΐα κατελάμβανε κυρίως την μακρά παραλιακή ζώνη ανάμεσα στην Σικυώνα στα ανατολικά και τον Άραξο στα δυτικά, με τα ποτάμια Σύθας και Λάρισος ως φυσικά σύνορα με την Σικυωνία και την Ήλιδα αντίστοιχα.  Η περιοχή των Καλαβρύτων ανήκε τότε στην επικράτεια της βόρειας Αρκαδίας.

Το επόμενο ορόσημο στην ιστορική διαδρομή της Αχαΐας φαίνεται πως σε μεγάλο βαθμό καθορίστηκε από ένα φυσικό καταστροφικό φαινόμενο: τον σεισμό και τσουνάμι που έπληξε την περιοχή της Ελίκης το 373 π.Χ., δηλαδή την ίδια την πρωτεύουσα της Αχαΐας. Πρόκειται για ένα από τα διασημότερα καταστροφικά φαινόμενα της αρχαιότητας, το οποίο εντυπωσίασε τα μέγιστα τον αρχαίο κόσμο και έχει καταγραφεί από πληθώρα αρχαίων ελλήνων, ρωμαίων και βυζαντινών συγγραφέων.

Ο σεισμός που συνέβη νύχτα και συνοδεύτηκε από έξοδο της θάλασσας, κατέρριψε πλήθος οικιών, όπως διηγείται ο ιστορικός Διόδωρος, ενώ τα θαλάσσια ύδατα κάλυψαν τα ερείπια. Αν και υπήρξαν επιζήσαντες, οι οποίοι κατόρθωσαν λίγα χρόνια μετά να αναπτύξουν έναν νέο ακμαίο οικισμό, όπως έδειξαν οι αρχαιολογικές μας έρευνες στην περιοχή, η πόλη ωστόσο υπέστη πλήγμα ως πολιτική και οικονομική οντότητα. Το γειτονικό Αίγιον που πάντοτε ανταγωνιζόταν σε ισχύ την παλαιά πρωτεύουσα, κατόρθωσε τελικά έναν αιώνα αργότερα να αντικαταστήσει την Ελίκη ως νέα πρωτεύουσα της επανιδρυθείσας Αχαϊκής Συμπολιτείας το 280 π.Χ., με πρώτα ιδρυτικά μέλη την Δύμη, τις Πάτρες, την Τριταία και τις Φαρές, σύμφωνα με τον ιστορικό Πολύβιο. Πράγματι, την ακμή του Αιγίου ως του νέου πολιτικού και θρησκευτικού κέντρου της ομοσπονδίας στους ελληνιστικούς χρόνους μαρτυρούν και τα πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα από την πόλη και τα νεκροταφεία της.

Η Αχαϊκή Συμπολιτεία συμπεριέλαβε σε σύντομο χρονικό διάστημα όλες τις πόλεις της Αχαΐας αλλά και άλλες έξω από αυτήν, αυξάνοντας διαρκώς την δύναμή της. Πρώτη προσχώρησε η γειτονική Σικυώνα (σημ. Κιάτο) (250 π.Χ.), λίγο μετά η Κόρινθος (243) και ακολούθησαν το Άργος, η Τροιζήνα και η Επίδαυρος, η Μεγαλόπολη και άλλες αρκαδικές πόλεις. Εκτός του Ισθμού, πρώτες προσχώρησαν τα Μέγαρα και η Αίγινα. Εχθρικοί προς τους αχαιούς παρέμειναν οι λακεδαιμόνιοι. Η ομοσπονδία που αποτέλεσε πρότυπο για παρόμοιες ενώσεις, διοικούνταν αρχικά από δύο στρατηγούς και από το 255 κ.ε. από έναν, μάλιστα ο πρώτος ένας στρατηγός ήταν ο Μάργος από την Κερύνεια. Οι αποφάσεις στην ομοσπονδία, οι πόλεις της οποίας είχαν αυτονομία,  λαμβάνονταν από ευρύ συμβούλιο αντιπροσώπων και κάθε πόλη διέθετε αντιπροσώπους ανάλογα με τον πληθυσμό της.

Με την ανασύσταση της Συμπολιτείας, οι αχαιοί που γενικά δεν είχαν πάρει μέρος παλαιότερα σε κοινές επιχειρήσεις των ελλήνων, στους περσικούς πολέμους πχ ή στον πελοποννησιακό πόλεμο,  άρχισαν να παίζουν πλέον ενεργό ρόλο στα πράγματα. Μοναδική εξαίρεση σε αυτή την ουδέτερη στάση αποτέλεσε στην διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου, η ιστορική ναυμαχία του 412 στον Ερινεό (σημ. Λαμπίρι), το λιμάνι του οποίου χρησίμευσε ως ορμητήριο των πελοποννησίων, ενώ οι αθηναίοι είχαν ως ορμητήριο των δικών τους επιχειρήσεων την Ναύπακτο. Με δεδομένες τις απώλειες και για τις δύο πλευρές, αμφότερες θεώρησαν πως βγήκαν νικήτριες από την σύρραξη. Γι’ αυτό και έστησαν και οι δύο τρόπαια σε ένδειξη της νίκης τους, στην περιοχή  του Ερινεού.

Στην θέση των στρατηγών της Συμπολιτείας αναδείχθηκαν διάφορες προσωπικότητες αλλά κορυφαίοι στρατηγοί υπήρξαν δύο: ο Άρατος από την Σικυώνα (τέλειος ανήρ εις τον πραγματικόν τρόπον– τέλειος άνδρας όσον αφορά την πολιτική του δραστηριότητα) κατά τον ιστορικό Πολύβιο, εκλέχθηκε στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας για πρώτη φορά το 245 π.Χ., και άλλες επτά φορές στην συνέχεια επί τρεις δεκαετίες μέχρι το 213. Υπήρξε ο στρατηγός που καθοδήγησε και εξέλιξε την Συμπολιτεία σε σημαντική δύναμη του ελληνικού χώρου, με την προσχώρηση σε αυτήν πόλεων εντός και εκτός Πελοποννήσου. Ο Άρατος πέθανε το 213 π.Χ. στο Αίγιον από δηλητηρίαση με πρωτοβουλία του Μακεδόνα Φίλιππου του Ε’ και τάφηκε σε κεντρικό σημείο της πατρίδας του Σικυώνας που ονομάστηκε ‘Αράτειον’, όπου προς τιμήν του τελούνταν ετήσιες εορτές.

Μετά τον θάνατο του Αράτου, ο σημαντικότερος ηγέτης της Αχαϊκής Συμπολιτείας ήταν ο Φιλοποίμην από την Μεγαλόπολη της Αρκαδίας. Εκλέχθηκε αρχικά στρατηγός το 209 π.Χ. και επανεκλέχθηκε πολλές ακόμη φορές μέχρι το 183. Ως στρατηγός της Συμπολιτείας, αναδιοργάνωσε τον στρατό της εισάγοντας την σάρισα των Μακεδόνων και εξοπλίζοντας τους οπλίτες με μεγαλύτερες ασπίδες. Χαρισματικός ηγέτης, κατάφερε  να ενώσει όλη την Πελοπόννησο κάτω από την Αχαϊκή Συμπολιτεία το 190 π.Χ., με την ένταξη και της Σπάρτης σε αυτήν. Και ο Φιλοποίμην όμως, όπως και ο Άρατος, είχε το ίδιο τέλος με δηλητήριο, αυτή την φορά με δράστες τους Μεσσήνιους που αποστάτησαν από την Συμπολιτεία. Έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ο έσχατος των Ελλήνων» επειδή αγωνίστηκε για την αναβίωση της ισχύος και της δόξας της Ελλάδας και επειδή μετά τον θάνατό του δεν υπήρξε άλλος αξιόλογος ηγέτης για να συνεχίσει το έργο του. Και πράγματι, όπως ακριβώς είχε προβλέψει, σε σύντομο χρόνο μετά τον θάνατό του, η Αχαϊκή Συμπολιτεία κατακτήθηκε από την Ρώμη.

Η κατάκτηση όμως αυτή, δεν επηρέασε την εξέλιξη του Αιγίου που παρέμεινε το πολιτικό κέντρο της ομοσπονδίας, όπως μαρτυρά και η διεξοδική περιγραφή των μνημείων, των λατρειών και των ιερών του από τον περιηγητή Παυσανία τον 2ο αι. μ.Χ. Παράλληλα, για την Πάτρα, η καταστροφή της Κορίνθου από τον Μόμμιο το 146 π.Χ. αποτέλεσε την έναρξη μιας περιόδου ακμής καθώς πριν επισκιαζόταν από την Κόρινθο. Από την εποχή του αυτοκράτορα Αυγούστου και μετά, η πόλη αναπτύχθηκε γοργά με την εγκατάσταση ρωμαίων αποίκων και την ανάδειξή της ως κεντρικού κόμβου επικοινωνίας με την Ιταλία. Η μεγάλη όμως ανάπτυξή της, ήρθε στους αυτοκρατορικούς χρόνους, την πρώτη χρυσή εποχή της ιστορίας της, όταν ευνοήθηκε από πολλούς ρωμαίους αυτοκράτορες και κυρίως από τον Αδριανό.

Στα χρόνια του περιηγητή Παυσανία, η Πάτρα ήταν ήδη μεγάλο κοσμοπολίτικο κέντρο, ενώ η δραστηριότητα του αποστόλου Ανδρέα είχε ως αποτέλεσμα την πρώιμη οργάνωση μιας χριστιανικής εκκλησίας στην πόλη. Η πρόοδος του χριστιανισμού στους επόμενους αιώνες αν και βραδεία, εξασφάλισε την νίκη του επί των διαδόχων του Θεοδοσίου τον 5ο αιώνα μ.Χ. και τον επόμενο αιώνα επί Ιουστινιανού καθιερώθηκε με την επιβλητική βασιλική στον τόπο μαρτυρίου του πρωτοκλήτου αποστόλου.  Περί το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού πρέπει να έγινε και η πρώιμη οχύρωση της ακρόπολης της Πάτρας με χρήση υλικού από διαλυμένα αρχαιότερα κτίσματα.

Στους επόμενους αιώνες, η Αχαΐα δέχθηκε γενικά την διείσδυση σλαβικών κυρίως φύλων αλλά η Πάτρα χάρη στην ακρόπολή της σώθηκε στην μεγάλη πολιορκία των αρχών του 9ου αιώνα (805-810), οπότε και εισήλθε σε μια νέα περίοδο οικονομικής ακμής κυρίως με την μεταξουργία, αν και η Κόρινθος εξακολουθούσε να είναι η πρώτη πόλη της Πελοποννήσου και σε αυτόν τον τομέα. Στην σλαβική διείσδυση οφείλεται και η αναφορά του Αιγίου στα κείμενα από τον 8ο αιώνα και μετά ως Βοστίτσα που στα σλαβικά σημαίνει «κηπούπολη». Το όνομα αυτό παρέμεινε σε ισχύ και αργότερα στα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1210-1430) και της Τουρκοκρατίας, και μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας 1840, όταν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος αποφάσισε την επαναφορά των αρχαιότερων ελληνικών ονομασιών.

Εν τω μεταξύ, η εναλλασσόμενη με τους Τούρκους κυριαρχία των Βενετών στην Πελοπόννησο από τον 15ο αιώνα και μετά, και οι μεταξύ τους συγκρούσεις για περισσότερο από δύο αιώνες, είχαν ως συνέπεια εξανδραποδισμούς και εκτεταμένες καταστροφές για την Αχαΐα. Η αναθάρρηση για την οριστική απαλλαγή από τους Τούρκους μετά την μεγάλη νίκη των χριστιανικών δυνάμεων επί του τουρκικού στόλου στην ιστορική ναυμαχία της Ναυπάκτου που έλαβε χώρα το 1571 στον Πατραϊκό κόλπο, δεν διήρκεσε πολύ καθώς η επακόλουθη εξέγερση της Πάτρας και του Αιγίου κατά των Τούρκων κατεστάλη κατόπιν προδοσίας του σχεδίου.

Η επικράτηση τελικά των Βενετών στην Πελοπόννησο έναν αιώνα μετά υπήρξε θετική για την περιοχή της Αχαΐας που ανασυγκροτήθηκε και αναπτύχθηκε μετά την ερήμωση και την καταστροφή που επέφεραν οι Τούρκοι, πλην όμως η περίοδος αυτή ήταν σύντομη και έληξε το 1718 (1687-1718) με την εκ νέου παράδοσή της στους Οθωμανούς. Ιδιαίτερα για το Αίγιο, η περίοδος των Βενετών είχε πολλαπλά οφέλη, καθώς τότε εισήχθησαν από την Γαλλία και την Ιταλία νέες καλλιέργειες και ποικιλίες σταφυλιών και επεκτάθηκε η καλλιέργεια της κορινθιακής σταφίδας που είχε στην συνέχεια λαμπρό μέλλον. Την ανάπτυξη αυτή παρακολουθούμε στην καταγραφή του περίφημου Βενετικού Κτηματολογίου της Βοστίτσας που ολοκληρώθηκε στα τέλη του 1700, ουσιαστικά επαναφέροντας την περιοχή του Αιγίου (τότε Βοστίτσας) στην θέση της δεύτερης μεγάλης πόλης της Αχαΐας που είχε κατακτήσει από τα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας. Όσον αφορά την πρώτη πόλη επί των αυτοκρατορικών ρωμαϊκών χρόνων, την Πάτρα, η οριστική εκδίωξη της τουρκοαιγυπτιακής φρουράς από τον Μαιζόν το 1828, την κατέταξε οριστικά ως πρώτη πόλη της Αχαΐας και της Πελοποννήσου και τρίτη της Ελλάδας.

Αγαπητοί φίλοι, όπως κατέστη φανερό από την σύντομη αυτή αναδρομή, το φύλο των Αχαιών που πήρε το όνομά του από τον Αχαιό, αδελφό του Ίωνα,  γιο του Ξούθου και εγγονό του Έλληνα, τρεις γενιές από τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα, εγκαταστάθηκε στην Αχαΐα τον 12ο αι. π.Χ. Στην πορεία της ιστορίας του, γνώρισε περιόδους ακμής αλλά και παρακμής, δημιούργησε τέχνη και πολιτισμό, πρωτοπόρησε και αποτέλεσε το πρότυπο ομοσπονδιακής διακυβέρνησης με την επανίδρυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας το 280 π.Χ., για την οποία σημειώνει χαρακτηριστικά ο αρχαίος ιστορικός Πολύβιος το εξής: «δεν θα μπορούσε να βρεθεί πιο καθαρό σύστημα με τις αρχές της ισηγορίας, της ελεύθερης έκφρασης και επιλογής, και της εντελούς δημοκρατικής οργάνωσης από εκείνο που καθιέρωσαν οι Αχαιοί στην συμπολιτεία τους».

Αυτής της σημαντικής κληρονομιάς, το βάρος ευθύνης φέρουμε εμείς σήμερα και ελπίζω ότι με τις δράσεις και πρωτοβουλίες του Συνδέσμου μας θα την αναδείξουμε και αξιοποιήσουμε προς όφελος του σήμερα και του αύριο του τόπου μας.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας!